Διήγημα από τον 1ο λογοτεχνικό διαγωνισμό μας
Η κρυμμένη πόλη του κυρίου Φογκ [Συγγραφή: Πέτρος Βαζακόπουλος] “Κρυμμένος κόσμος είπες;” ρώτησα τον τύπο που με κοιτούσε και η φωνή του έβγαινε τραχιά και βαθειά από μέσα του σαν να ήταν κάποιος που είχε πολύ καιρό να μιλήσει. Φαινόταν σαν το σκοτάδι να έβγαινε από μέσα του. Εκείνη η καταρρακωμένη ρακένδυτη μορφή με κοιτούσε ώρα με βλέμμα σαν να ήμουν κάποιος σπουδαίος περαστικός περιμένοντας να νεύσω καταφατικά, να μην τον προσπεράσω, να ακούσω την τρελή ιστορία του. Τα υγρά μάτια του πήγαιναν παρέα με τη βρώμα που αναδυόταν από τα έγκατα των εσωτερικών των άπλυτων από καιρό ρούχων του και γινόντουσαν κάτι που απέτρεπε κάθε λογική παραμονή μαζί του έστω και από μακρυά. Και εκείνη η τρέλα του. Ποιός άνθρωπος θα άντεχε να κάτσει δίπλα του να ακούσει οτιδήποτε που μόνο παράλογο μπορεί να έβγαινε από την προσωπικότητα αυτή; Δεν ξέρω ποια παρανοϊκή σκέψη με οδήγησε στο να ακούσω με προσήλωση μάλιστα το τρελό σκεπτικό ενός αγνώστου που μόλις είχα συναντήσει στον δρόμο αλλά...