Το διήγημα που κέρδισε το δεύτερο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό μας
Δημοσιεύουμε το διήγημα που έχει κερδίσει το δεύτερο βραβείο του 1ου λογοτεχνικού διαγωνισμού μας
Νίσυρος
«Η ανακάλυψη ενός κρυμμένου κόσμου κάτω από την πόλη»
[Συγγραφή: Βάσω Τσόγια]
Κάτι έχει αλλάξει στο νησί, το νιώθω μόλις πατάω το πόδι μου στο λιμάνι, είναι άδειο, χωρίς ζωή, σκοτεινό. Κοιτάω την επιστολή στο χέρι μου.
«Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων ερευνών.
Κα Δικαίου,
Σας γνωστοποιούμε τη μετακίνηση σας στο νησί της Νισύρου, καθώς κρίνεται αναγκαία η παρακολούθηση και μελέτη της υποθαλάσσιας κατάστασης του νησιού, μετά τη νέα ηφαιστειογενή δραστηριότητα….»
Η επιλογή μου για τη δουλειά αυτή δεν είναι τυχαία, είμαι δύτρια πολλά χρόνια αλλά και κατάγομαι από Νίσυρο. Εδώ μεγάλωσα, σε αυτά τα στενάκια έτρεχα ξυπόλητη μικρή. Το σπίτι μου στέκει ακόμα λευκό, έρημο τα τελευταία χρόνια, μετά το θάνατο του παππού μου. Με μεγάλωσε μόνος του από τότε που με βρήκε μωρό, παρατημένο στην παραλία. Όλοι οι κάτοικοι εδώ τον βοήθησαν, λες και με είχαν υιοθετήσει μαζί.
Ανυπομονώ να πάω, να μυρίσω το χώρο μου, να θυμηθώ την παιδική μου ηλικία. Πιάνω το μενταγιόν στο λαιμό μου, μου το είχε κάνει ο παππούς δώρο, το είχε φτιάξει μόνος του από οψιδιανό, που είχε εξορύξει από τη βραχονησίδα Γυαλί. Εκεί δούλευε όλα τα χρόνια, τα χέρια του τραχιά από τη χειρωνακτική εργασία. Μου είχε ζητήσει να μην το βγάλω ποτέ, όπως και έκανα.
Σε αυτή την αποστολή με συνοδεύουν ο Βασίλης, ο Νίκος και η Καλλιόπη. Γεωλόγοι, αλλά και δύτες.
«Θα μείνουμε λοιπόν όλοι σπίτι μου, μπορεί να μην είναι τεράστιος χώρος όμως θα βλέπουμε όλο το λιμάνι πιάτο. Μιας και είναι ήδη αργά, θα πάμε να αφήσουμε τα πράγματα πάνω και θα κατέβουμε να φάμε. Η δουλειά ξεκινάει από αύριο. Ξέρω ένα καταπληκτικό εστιατόριο..» είπα ενθουσιασμένη.
Το επόμενο πρωί το σπίτι, αν και μικρό, μετατρέπεται σε επιχειρησιακό κέντρο. Χωρίσαμε τις ζώνες έρευνας και ξεκινήσαμε αυτοί που θα κάνουμε κατάδυση για τη βάρκα και οι υπόλοιποι για την περιοχή του ηφαιστείου. Μας περιμένει πολύ δουλειά εδώ τις επόμενες μέρες..
Όμως κάτι έχει αλλάξει, η χθεσινή αίσθηση είναι πάλι εδώ. Στο λιμάνι βρίσκω ένα βαρκάρη, φίλο του παππού μου, τον κύριο Γιώργο. Με κοιτάει λες και δεν με αναγνωρίζει.
«Καλημέρα θείε, τι κάνεις;» ρωτάω όμως για απάντηση παίρνω ένα νεύμα του κεφαλιού του. Δε βαριέσαι θα έχει τις στραβές του σήμερα, ας είναι, σκέφτομαι.
Η βάρκα σκίζει τα κύματα, ο ρυθμικός ήχος της μηχανής είναι σαν μουσική στα αυτιά μου. Το θαλασσινό αεράκι στο πρόσωπό μου μου θυμίζει τις βόλτες με τον παππού μου, όταν πηγαίναμε για ψάρεμα, αχ ο τόπος μου, πόσο μου έχει λείψει…
Το πρόβλημα στην περιοχή φαίνεται από την πρώτη κατάδυση. Ένα μεγάλο ρήγμα έχει ανοίξει υποθαλάσσια, και ακολουθεί κατά μήκος όλο το σημείο που ερευνούμε σήμερα. Το πιο περίεργο είναι πως η περιοχή δεν έχει καθόλου ζωή, ακόμα και οι βράχοι είναι γυμνοί, λες και πέρασε λάβα από πάνω τους και τα έκαψε όλα. όμως λάβα δεν υπάρχει πουθενά, μόνο σεισμοί. Βγάζω φωτογραφίες και κάνω σήμα στο Βασίλη να γυρίσουμε. Μόλις φτάνω σπίτι φορτώνω τις φωτογραφίες στον υπολογιστή. Ο βυθός είναι νεκρός…
Τα παιδιά που πήγαν στο ηφαίστειο γυρίζουν σπίτι. Περιμένω πως και πως να μάθω τι είδαν, όμως μοιάζουν ανήσυχοι και ταλαιπωρημένοι.
«Τι πάθατε;»
«Τι δεν πάθαμε θέλεις να πεις. Πήγαμε, στήσαμε τον εξοπλισμό και μέχρι να ξεκινήσουμε τις μετρήσεις ήρθε κάποιος κάτοικος και μας έλεγε να φύγουμε. Ταυτόχρονα ήρθαν κι άλλοι μέχρι που μαζεύτηκαν πάνω από είκοσι άτομα που φώναζαν να εξαφανιστούμε. Τελικά ήρθε η αστυνομία που μας συνέλαβε. Εμείς δείξαμε και τα χαρτιά από το υπουργείο αλλά δεν άκουγαν τίποτα. Τελικά μας άφησαν ελεύθερους όταν κάλεσαν από το γραφείο του υπουργού. Τόσες ώρες ταλαιπωρία και βρισιές. Γιατί είναι τόσο επιθετικοί όλοι ρε συ;» με ρωτάει η Καλλιόπη ενώ τα μάτια της είναι έτοιμα να κλάψουν.
«Άστο πάνω μου θα το τακτοποιήσω εγώ. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε.» λέω ενώ απορώ με τους νησιώτες.
Παίρνω τηλέφωνο το δήμαρχο, όμως άκρη δεν βρήκα, ίσα ίσα που μου ζήτησε να σταματήσουμε και τις έρευνες καθώς το νησί δεν θέλει καμία βοήθεια από ξένους. Εις μάτην προσπαθώ να του εξηγήσω πως είμαστε εδώ επειδή μας έστειλαν από το υπουργείο, και πως εγώ δεν είμαι ξένη. Λίγο πριν κλείσω εκνευρισμένη το τηλέφωνο του λέω πως θα επικοινωνήσω με το τμήμα μου να στείλουν ομάδα για να καταγραφούν όλα αυτά, τότε αλλάζει συμπεριφορά. Μαλακώνει και μου ζητάει λίγο χρόνο να ηρεμήσουν οι κάτοικοι. Συμφωνούμε πως οι έρευνες θα συνεχίσουν κανονικά και πως θα το φροντίσει ο ίδιος.
Σηκώνομαι το πρωί να δω την Ανατολή, είναι η αγαπημένη μου ώρα, ετοιμάζω πρωινό και φτιάχνω το πλάνο της ημέρας. Αφήνω την ομάδα να κοιμηθεί λίγο παραπάνω, χθες ήταν όλοι πολύ εκνευρισμένοι. Σήμερα θα πάμε όλοι στο ηφαίστειο, θέλω να είμαι μαζί με τα παιδιά μήπως χρειαστούν κάτι και μετά θα κάνουμε μια κατάδυση.
Ξεκινάμε με το αμάξι, όπως όμως περνάμε από το δρόμο παρατηρώ πως μας κοιτάνε όλοι εχθρικά. Εγώ τους χαιρετάω αλλά διακρίνω κάτι, μας κοιτούν με.. μίσος, θυμό; Αποφασίζω να μην με αποσπάσει από τη δουλειά μου και συνεχίζουμε, μα καλά δεν με αναγνωρίζουν; Στο ηφαίστειο δεν είναι κανείς, ξεκινάμε τη μελέτη. Όντως ο δήμαρχος τους κράτησε μακριά, δεν βλέπουμε κανέναν. Τότε Νίκος ήρθε ανάστατος.
«Βάσια κοίτα!» μου λέει ενώ δείχνει κάπου πιο πίσω. Βάζω το χέρι μου για να κάνει σκιά και κοιτάω εκεί που μου δείχνει. Βλέπω μια ομάδα από κατοίκους να μας παρακολουθούν από ένα λόφο πιο πέρα. Κοιτάω το Νίκο, έχει ανησυχήσει.
«Θα το τακτοποιήσω εγώ, γύρνα στη δουλειά σου.» λέω ενώ πηγαίνω προς τα εκεί, βγάζω το κινητό μου και τους τραβάω φωτογραφία. Τους κάνω νόημα με τα χέρια να φύγουν αλλά εκείνοι με αγνοούν. Εκνευρισμένη καλώ την αστυνομία, όμως ο αστυφύλακας μου απαντά πως εφόσον δεν είναι κοντά δεν ενοχλούν. Δεν βγάζω άκρη. Απογοητευμένη γυρνώ πίσω και συνεχίζω. Δεν θα τους αφήσω να μας αποσπάσουν από το έργο μας.
Το μεσημέρι ξεκινάμε για κατάδυση. Αποφάσισα να πηγαίνουμε σε όλα μαζί για να αισθάνονται όλοι ασφαλείς. Φοράμε τον εξοπλισμό και βουτάμε. Το ρήγμα συνεχίζει την πορεία του στο βράχο, λες και έχει σκίσει όλο το νησί κατά μήκος. Ενώ προχωράμε διακρίνω κάτι λίγο πιο πέρα. Ένα μεγάλο άνοιγμα σαν μια μικρή σπηλιά. Οι υπόλοιποι της ομάδας είναι μπροστά και κάνουν τις μετρήσεις τους κι εγώ αποφασίζω να πάω να δω τι είναι. Βγάζω τη φωτογραφική και τραβάω μια φωτογραφία. Το φλας ανάβει, γυρνάω να δω στην οθόνη την εικόνα που βλέπω. Και το παρατηρώ, δεν είμαι σίγουρη τι είναι, ξανακοιτάω. Είναι σαν δυο μάτια που αντανακλούν στο φως, με κοιτάνε. Η ομάδα μου δεν με έχει δει, βλέπω πάλι τη φωτογραφία. Σηκώνω το βλέμμα μου και κοιτάω τη σπηλιά. Μια μαύρη μορφή βγαίνει από εκεί και έρχεται κατά πάνω μου. Νιώθω ένα χτύπημα και μετά χάνω τις αισθήσεις μου..
«Είσαι καλά; Ξύπνα, ξύπνα σε παρακαλώ.»
Κάποιος με σκουντάει, ανοίγω τα μάτια μου.
«Τι έγινε;»
«Μάλλον κάπου χτύπησες και έμεινες αναίσθητη. Σε βρήκαμε και σε ανεβάσαμε πάνω. Ευτυχώς δεν πνίγηκες. Όμως έμεινες αρκετή ώρα κάτω από το νερό. Ήρθαμε στο ιατρείο και ο γιατρός καλεί τώρα το ΕΚΑΒ. Δεν μπορείς να πετάξεις με το ελικόπτερο λόγω της κατάδυσης. Θα πρέπει να φύγουμε με πλοίο για Ρόδο.» μου λέει η Καλλιόπη με μια ανάσα.
«Δεν θέλω να φύγω. Είμαι καλά.»
«Μα δεν ξέρουμε τι έπαθες.»
«Είμαι καλά σας λέω, κάπου χτύπησα. Πήγαινε πες τους να ακυρώσουν την κλήση.»
«Μα..»
«Κάνε ότι σου λέω, θα το υπογράψω κιόλας.»
«Σε παρακαλώ, καλύτερα να φύγουμε, εδώ δεν μας θέλουν και έχω αρχίσει να φοβάμαι. Όταν σε βγάλαμε από τη θάλασσα, οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην παραλία και μας έβριζαν. Έλεγαν πως όλοι θα πάθουμε τα ίδια.»
Την αγριοκοιτάζω και χωρίς καμία άλλη αντίρρηση ειδοποιεί το γιατρό. Λίγη ώρα μετά, στο σπίτι, πήγα κι έκανα ένα μπάνιο, με τα χέρια μου πιάνω το κεφάλι μου. Έχω ένα καρούμπαλο. Είμαι πολύ τυχερή που δεν πνίγηκα όμως τι ακριβώς ήταν αυτό που είδα; Βγαίνω έξω και ψάχνω τη φωτογραφική μου μηχανή. Μόλις τη βρίσκω αμέσως ανεβάζω τις φωτογραφίες στον υπολογιστή μου. Κοιτάω την τελευταία λήψη. Είναι εκεί, δυο λαμπερές κουκίδες, μάτια σίγουρα να με κοιτάνε. Θα μπορούσε να είναι μια φώκια, όμως ο βυθός εδώ είναι άδειος μετά το σεισμό. Κάνω μεγέθυνση και ξανακοιτώ, ανατριχιάζω…
Βγαίνω έξω στο σαλόνι όπου έχουμε απλώσει όλοι τις σημειώσεις μας.
«Λοιπόν πίσω στη δουλειά.» λέω ενώ όλοι με κοιτούν με απορία.
«Μας έχει ανατεθεί μια αποστολή την οποία πρέπει να φέρουμε εις πέρας. Πάμε, τι είδατε σήμερα; Οι μετρήσεις;», δεν θα έλεγα κάτι ακόμα για τα μάτια. Δεν θέλω να τους τρομάξω.
Με κοιτάνε απορημένοι, γρήγορα όμως μπαίνουμε σε ρυθμό. Δεν έχει περάσει πολύ ώρα όταν αρχίζω να βλέπω μαύρες σκιές δίπλα από την ομάδα μου. Τρίβω τα μάτια μου αλλά οι σκιές είναι εκεί. Οι υπόλοιποι δεν φαίνεται να τις βλέπουν. Μάλλον χτύπησα το κεφάλι μου περισσότερο από όσο θέλω να πιστεύω. Σηκώθηκα να πάω για ύπνο λέγοντας μια δικαιολογία.
Δεν ξέρω πόση ώρα κοιμάμαι, ξυπνάω από φωνές που έρχονται από κάτω. Σηκώνομαι και πηγαίνω στην κουζίνα, όλη η ομάδα τσακώνεται. Προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται όμως εις μάτην. Όταν οι φωνές δυναμώνουν αρκετά νιώθω μια σκοτοδίνη και λιποθυμώ.
Ξυπνάω στο κρεβάτι μου, δίπλα μου είναι η Καλλιόπη.
«Είσαι καλά;»
«Ναι. Τι έγινε κάτω;»
«Ξεκινήσαμε να διαφωνούμε για κάτι απλό, μια μέτρηση και καταλήξαμε να φωνάζουμε σαν τρελοί, μέχρι που λιποθύμησες. Πραγματικά δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος, δεν ξέρω γιατί ξέφυγαν τόσο πολύ τα πράγματα.»
«Ίσως αποκτήσαμε κι εμείς τη συμπεριφορά των κατοίκων εδώ πέρα.» λέω προσπαθώντας να κάνω πλάκα. Όμως η Καλλιόπη δεν γελάει. Μένει σκεφτική.
«Ξέρεις, η αλήθεια είναι πως από τότε που ήρθαμε εδώ οι καβγάδες είναι όλο και πιο συχνοί. Λες να σχετίζεται;» αναρωτιέται δυνατά ενώ εγώ γελάω, όμως.. έχει δίκιο. Πλέον τσακωνόμαστε συχνά, δεν το είχα προσέξει έως τώρα, όμως και στο ηφαίστειο και στη βάρκα υπήρξε διαπληκτισμός. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή προσέχω δίπλα της μια μαύρη μορφή. Έχει σκύψει λες και της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί. Η Καλλιόπη τότε με κοιτάει, θυμωμένα.
«Να πω την αλήθεια Βάσια, εσύ μας κουβάλησες εδώ, και δεν κατάλαβα ποτέ γιατί. Είναι καλά εδώ, οι άνθρωποι καλοί. Τρίχες. Όπου και να πάμε μας παρακολουθούν, έτοιμοι να μας επιτεθούν. Μια στο ηφαίστειο, μια στη θάλασσα, μια στο εστιατόριο. Και είμαστε εδώ μόνο τρεις μέρες. Μας κουβάλησαν στο τμήμα…» η φωνή της όλο ένταση όσο συνεχίζει. Εγώ κοιτώ τη μορφή που ακόμα της ψιθυρίζει στο αυτί.
«Τι κοιτάς;» με ρωτάει αγριεμένη. Σηκώνω το δάχτυλο και δείχνω δίπλα της. Εκείνη γυρνάει να δει τι δείχνω. Η μορφή σταματά αυτό που κάνει με απορία και ξαφνικά εξαφανίζεται.
«Δεν βλέπω κάτι.» λέει η Καλλιόπη μελιστάλαχτα όπως πάντα. Δεν είναι θυμωμένη πια..
«Ήταν μια μαύρη σκιά δίπλα σου, σου ψιθύριζε στο αυτί.»
«Μάλλον πρέπει να πάμε στο γιατρό, το χτύπημα ήταν αρκετά δυνατό.»
«Όχι, θα συνέλθω. Θα κοιμηθώ λίγο και θα είμαι εντάξει» προφταίνω να πω.
Εκείνη απρόθυμα συμφωνεί και με αφήνει στο δωμάτιό μου. Ο ύπνος αργεί πολύ να με πάρει. Και όταν έρχεται είναι ανήσυχος. Ανοίγω τα μάτια μου λίγο πριν την ανατολή. Νομίζω πως κάποιος με παρακολουθεί. Όμως δεν είναι κανείς. Ασυναίσθητα λέω μια προσευχή. Αν με έβλεπε ο παππούς μου θα γελούσε με την καρδιά του. Χρόνια προσπαθούσε να με βάλει στο δρόμο της εκκλησίας. Μακριά από τους μαύρους ανθρώπους έλεγε. Τότε μου ήρθε σαν αναλαμπή, το παραμύθι που μου είπε ένα βράδυ και μετά δεν το ανέφερε ποτέ ξανά.
Πολλά χρόνια πριν
«Βάλια μου, το ξέρεις ότι ο τόπος αυτός είναι μαγικός; Κατά τη Γιγαντομαχία, όπου οι Θεοί μάχονταν με τους γίγαντες, ο Ποσειδώνας καταδίωξε τον Γίγαντα Πολυβώτη μέχρι την Κω, έκοψε ένα τμήμα της και το πέταξε πάνω του. Η γη αυτή καταπλάκωσε τον Γίγαντα και τον βύθισε για πάντα στο Αιγαίο Πέλαγος. Αυτός ο βράχος είναι η Νίσυρος, όπου ο οργισμένος Γίγαντας βρυχάται και από το ηφαίστειο βγαίνει η οργισμένη του ανάσα. Όταν είναι πολύ θυμωμένος η ανάσα του γίνεται μαύρη και περιμένει να βγει για να καταλάβει τους κατοίκους του νησιού μας. Μπαίνουν μέσα στο μυαλό τους, η ψυχή τους χάνεται και οι μορφές παίρνουν τη θέση τους μέχρι να τους εξαφανίσουν όλους.»
Είναι δυνατόν να είναι αυτό αλήθεια; Ντύνομαι και κατεβαίνω για τρέξιμο. Θα δω την Ανατολή. Είναι απλά ένα παραμύθι, λέω στον εαυτό μου για να ηρεμήσει. Ο ουρανός έχει ακόμα εκείνη τη γκρίζα απόχρωση λίγο πριν βγει ο ήλιος και τον χρωματίσει. Οι ψαράδες έχουν ξεκινήσει ήδη για δουλειά. Όπως τρέχω, παρατηρώ στην άκρη, σε ένα βράχο έναν άνθρωπο. Σταματώ. Δίπλα του ήταν μια μαύρη μορφή, του μιλά. Ο άνθρωπος ισιώνει την πλάτη του και πέφτει στα βράχια. Φωνάζω. Η μορφή με κοιτά και εξαφανίζεται. τρέχω στα βράχια, είναι νεκρός το άψυχο σώμα του στέκει εκεί, να κοιτά τον ουρανό. Τρέχω στο λιμεναρχείο δίπλα, μπαίνω μέσα και ουρλιάζοντας προσπαθώ να τους εξηγήσω τι γίνεται. Εκείνοι βαριεστημένα λένε.
«Ο όγδοος αυτό το μήνα.»
«Τι εννοείται;» ρωτώ.
«Έχουν πέσει άλλοι επτά, με αυτόν φτάνουμε τους οκτώ και ο μήνας είναι ακόμα στη μέση.»
«Γιατί πέφτουν τόσοι;»
«Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου κυρία μου.» λέει ανασηκώνοντας τους ώμους. Μου ζητάει τα στοιχεία μου φεύγει να κάνει το καθήκον του.
Ο κόσμος στο δρόμο είναι περισσότερος τώρα, όλοι όμως περπατούν και μιλούν μόνοι τους. Ξαφνικά αισθάνομαι να με κοιτάνε όλοι, σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω γύρω μου. Όλοι οι άνθρωποι έχουν από μια μαύρη μορφή δίπλα τους που τους ψιθύριζε στο αυτί. Αισθάνομαι τρόμο, πραγματικό τρόμο. Χαμηλώνω το κεφάλι χωρίς να τους κοιτάω και τρέχω σπίτι, ενώ τα μάτια τους με καρφώνουν. Μπαίνω σπίτι με κομμένη την ανάσα. Πάω στην κουζίνα.
«Καλημέρα, δεν θα πιστέψετε τι έγινε.» λέω χωρίς απόκριση. Σηκώνω τα μάτια μου και κοιτώ την ομάδα, οι μορφές είναι δίπλα τους και με κοιτούν. Παγώνω, κάτι είναι πολύ οικείο.
«Και μετά παππού τι γίνεται;»
«Σκοτώνουν όσους θέλουν τρελαίνοντάς τους, κρατάνε κάποιους, κάνουν παιδιά μαζί τους και μετά εξαφανίζονται. Κάνουν τον τόπο δικό τους. Όταν τελειώσουν αυτό που ήρθαν να κάνουν χάνονται στο νερό. Μέχρι την επόμενη φορά.»
«Παππού, φοβάμαι.»
«Να μην φοβάσαι, πρέπει να ξέρεις…. τις ρίζες σου.»
Αυτή η σκέψη πετάγεται στο μυαλό μου. τρέχω πίσω στο δωμάτιό μου και κοιτώ το μικρό μπαούλο στην άκρη του. Το ανοίγω και βγάζω τα πράγματα από μέσα. Όλες οι παιδικές μου αναμνήσεις. Τότε τη βρήκα, τη μοναδική ζωγραφιά που είχε κρατήσει ο παππούς μου. Ένα λευκό φύλλο, οι γραμμές παιδικές, έντονες. Απεικονίζει εμένα με ξανθά μαλλιά, τον παππού μου και στο άλλο μου χέρι μια μαύρη μορφή, από πάνω γράφει η μαμά μου. Μου έπεσε από τα χέρια. Τη μαμά μου δεν την είχα γνωρίσει, τι είναι αυτή η ζωγραφιά; Γιατί μου ήρθαν στη μνήμη όλες οι ιστορίες του παππού; Άνοιξα το παράθυρο και παρατηρώ το δρόμο. Όσοι περνούν έχουν κάποια μορφή δίπλα τους την οποία δεν βλέπουν. Όλες οι μορφές με κοιτούν. Κλείνω το παράθυρο. Την προσοχή μου τραβά ένα διπλωμένο χαρτί κάτω στο πάτωμα. Μάλλον πετάχτηκε από το μπαούλο. Είναι κιτρινισμένο, οι άκρες του φθαρμένες. Το ανοίγω. Αναγνωρίζω τα γράμματα του παππού μου.
«Κορίτσι μου, αν το διαβάζεις αυτό εγώ έχω χαθεί πια. Προσπάθησα όταν ήσουν μικρή να σου πω κάποια πράγματα αλλά φοβόσουν. Τελικά έφυγες από το νησί μας και τα άφησες όλα πίσω, όμως πρέπει να γνωρίζεις τις ρίζες σου. Θυμάσαι για τις μαύρες μορφές; Το παραμύθι που σου έλεγα; Οι μορφές αυτές έχουν χαθεί πια εδώ και πολλά χρόνια. Προσπαθούν να φύγουν από τα έγκατα και να ανέβουν πάνω. Την προηγούμενη φορά που έγινε αυτό κατέλαβαν το μισό νησί, σκότωσαν πολλούς κατοίκους και άφησαν πολλά παιδιά δικά τους εδώ πάνω. Ένα από αυτά τα παιδιά είσαι εσύ. Τους διώξαμε με όπλα από οψιδιανό. Ανακαλύψαμε πως οι μορφές τον φοβούνται. Έτσι σου έφτιαξα αυτό το μενταγιόν, για να μην σε πλησιάσουν ποτέ και να μην γίνεις δική τους. Είσαι προστατευμένη όσο το έχεις πάνω σου.
Να προσέχεις
Παππούς.»
Το κρατώ στα χέρια μου και το διαβάζω ξανά και ξανά. Ώστε ήξερε. Γι΄αυτό δεν με έχουν πλησιάσει; Είμαι δική τους; Στην κουζίνα η ομάδα μου περιφέρεται. Οι μορφές δίπλα τους με κοιτούν. Για πρώτη φορά δεν φοβάμαι. Τις κοιτάω στα μάτια. Με πλησιάζουν αλλά δεν έρχονται κοντά μου. Πιάνω το κόσμημα στο λαιμό μου ασυναίσθητα. Τα μάτια τους πέφτουν πάνω στον οψιδιανό. Θυμώνουν, γύρισαν στους ανθρώπους τους και τους ψιθυρίζουν στο αυτί. Ταυτόχρονα όλοι με κοιτούν εχθρικά. Φοβάμαι. Βλέπω τα πρόσωπα της Καλλιόπης, του Νίκου και του Βασίλη να με κοιτάνε ενώ με πλησιάζουν. Τρέχω, όμως εκείνοι με ακολουθούν.
Στο δρόμο οι μορφές ψιθυρίζουν ταυτόχρονα σε κάθε κάτοικο και οι άνθρωποι κινούνται απειλητικά εναντίον μου. Με κυνηγούν στην παραλία. Είμαι ξέπνοη. Φτάνω στη βάρκα που παίρνουμε στις καταδύσεις και μπαίνω μέσα. Έχω φοβηθεί τόσο πολύ, τα γόνατά μου τρέμουν. Αισθάνομαι ένα χέρι να με τραβάει. Η Καλλιόπη που προσπαθεί να με φτάσει. Η φίλη μου, η συνάδελφός μου, μοιάζει να θέλει να με σκοτώσει.
Ουρλιάζω να με αφήσει αλλά δεν μοιάζει να με καταλαβαίνει. Είναι λες και δεν με αναγνωρίζει. Έτσι
Προσπαθεί να φτάσει το φυλαχτό. Την σπρώχνω και λύνω τη βάρκα, εκείνη πηδάει μέσα, παλεύουμε. Με πιάνει από τα μαλλιά και πιάνει το μενταγιόν μου, την κλωτσάω όμως και πέφτει στο νερό. Πιάνω το λαιμό μου και παγώνω. Το μενταγιόν λείπει… Κοιτάω γύρω μου αλλά δεν το βρίσκω, βλέπω μέσα στο νερό την Καλλιόπη να το κρατάει στο χέρι και να χαμογελάει. Τώρα; Βουτάω στη θάλασσα, πρέπει να το πάρω πίσω. Όμως η Καλλιόπη έχει χαθεί. Παίρνω βαθιά ανάσα και βυθίζομαι, δεν τη βλέπω πουθενά. Ανεβαίνω να πάρω ανάσα όταν το νιώθω..
Ένα μούδιασμα άρχισε να απλώνεται μέσα μου, μέχρι που κατακλύζει όλο μου το σώμα. Κοιτάω τα χέρια μου, αρχίζουν να γίνονται διάφανα, ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα. Νιώθω πως φεύγει η ψυχή μου, με αφήνει και γίνομαι κάτι σκοτεινό. Βλέπω το σπίτι μου. Σε αγαπάω παππού σκέφτομαι όταν το μυαλό μου χάνεται. Γίνομαι ένα με αυτούς.
Τους κοιτώ, οι δικοί μου σκέφτομαι, βουτάω στο νερό
και τους ακολουθώ προς την τρύπα, στο σπίτι μου, στο ηφαίστειο…

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου