Διήγημα από τον 1ο λογοτεχνικό διαγωνισμό μας


Η κρυμμένη πόλη του κυρίου Φογκ

[Συγγραφή: Πέτρος Βαζακόπουλος]


“Κρυμμένος κόσμος είπες;” ρώτησα τον τύπο που με κοιτούσε και η φωνή του έβγαινε τραχιά και βαθειά από μέσα του σαν να ήταν κάποιος που είχε πολύ καιρό να μιλήσει. 

Φαινόταν σαν το σκοτάδι να έβγαινε από μέσα του. Εκείνη η καταρρακωμένη ρακένδυτη μορφή με κοιτούσε ώρα με βλέμμα σαν να ήμουν κάποιος σπουδαίος περαστικός περιμένοντας να νεύσω καταφατικά, να μην τον προσπεράσω, να ακούσω την τρελή ιστορία του. 

Τα υγρά μάτια του πήγαιναν παρέα με τη βρώμα που αναδυόταν από τα έγκατα των εσωτερικών των άπλυτων από καιρό ρούχων του και γινόντουσαν κάτι που απέτρεπε κάθε λογική παραμονή μαζί του έστω και από μακρυά. Και εκείνη η τρέλα του. Ποιός άνθρωπος θα άντεχε να κάτσει δίπλα του να ακούσει οτιδήποτε που μόνο παράλογο μπορεί να έβγαινε από την προσωπικότητα αυτή; 

Δεν ξέρω ποια παρανοϊκή σκέψη με οδήγησε στο να ακούσω με προσήλωση μάλιστα το τρελό σκεπτικό ενός αγνώστου που μόλις είχα συναντήσει στον δρόμο αλλά, το έκανα. Ανήμπορος να αντισταθώ στο κάλεσμα της δύσκολης αυτής πρόκλησης και στην περίεργη πειστικότητα της φωνής του υπέκυψα και άρχιζα να ακούω την ιστορία του. Άλλωστε ο καθένας κουβαλά τη δική του πραγματικότητα έτσι δεν είναι ; Τι θα πάθαινα αν καθόμουν να τον ακούσω ; να έβλεπα έστω και λίγο τον δικό του κόσμο ; Αν γινόταν κάτι παράξενο ή παρανοϊκό προς τα μένα “αφού εκείνος ο τύπος φαινόταν πέρα για πέρα παρανοϊκός” θα το καταλάβαινα και θα έφευγα αμέσως σώος και αβλαβής. Πολύ απλό. 

Έτσι τον άκουσα και άρχισα να ρωτώ για αυτό που ήθελε με τόσο ζήλο να μου πεί. Μου μίλησε για ένα φανταστικό κρυμμένο κόσμο που είχε δεί και ήταν απ΄λυτά πεπεισμένος πως υπάρχει. Εκείνος εξηγούσε και όσο το έκανε η ώρα περνούσε πολύ γρήγορα. Παρατήρησα πως ο λόγος του άλλαζε και μαζί με αυτόν η φωνή του μετατρεπόταν από κάτι δύσκαμπτο και τραχύ σε κάτι μελωδικό. Η εμφάνιση του άλλαζε και όσο τα ρούχα του μετατρεπόντουσαν στην όραση μου σε πιο ποιοτικά και καθαρά τόσο και η άσχημη μυρωδιά από το σώμα του αντικαθιστούνταν από κάτι υπέροχα όμορφο. Την μυρωδιά μιας εξαιρετικής κολόνιας. Συνειδητοποίησα πως πλέον κοιτούσα και άκουγα όχι έναν ρακένδυτο αλλά έναν κόμη που μάλιστα είχε πάρει και την κορμοστασιά και σταθερότητα του σώματος που άρμοζε στην περίσταση. 

“Λοιπόν μου είπε πάμε να σας ξεναγήσω ;” Ένα χαμόγελο έβγαινε από τα όμορφα περιποιημένα μουστάκια του και έχοντας μείνει άναυδος από τη μεταμόρφωση του ένευσα θετικά αφήνοντας τον να με οδηγήσει. 

Μου έδειξε ένα φρεάτιο στον δρόμο κάτω από τα πόδια του και εκείνος προς έκπληξη μου πήδηξε μέσα. Πρότεινε να τον ακολουθήσω. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήδηξα καθώς σκεφτόμουν πως μέσα μου είχα μια ευχή που ήθελα να ολοκληρώσω από μικρός. Να ανακαλύψω έναν υπόγειο κόσμο. Δεν σταματούσα να βλέπω όνειρα για αυτό το θέμα και όσο είχα απογοητευθεί τόσο δεν έκρυβα την ελπίδα μου για το μοναδικό αυτό επίτευγμα.

Σε απάντηση στα εσωτερικά μου ερωτήματα μου μίλησε σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη μου. “Ελάτε κάτω και θα δείτε” μου είπε με το ύφος ενός αριστοκράτη που κατέβαινε τον υπόνομο και εγώ κοντοστάθηκα για λίγο στη σκέψη της θέας αυτής. Έπειτα σκέφτηκα πως είχα μυρίσει την πιο άσχημη μυρωδιά πάνω του λίγο πιο πριν και ένιωθα πως άρχιζε να κατοικεί στη μνήμη της μύτης μου. Πόσο πιο άσχημα να γινόντουσαν τα πράγματα ; 

Μέσα από το σκοτάδι που βρισκόμασταν άναψε ένα καντήλι ενώ προπορευόταν με αργό αλλά σταθερό βήμα στο υπόγειο τούνελ. Ακολούθησα την αχνή φιγούρα του μένωνατας πίσω του στον στενό υπόνομο περπατώντας ανάμεσα από την βρώμα και υγρασία όταν αισθάνθηκα να χάνω να χάνω την υπομονή και την πίστη μου. 

“Μήπως” του είπα πρέπει να γυρίσουμε πίσω κε…”

“Δεν έχουμε συστηθεί ποτέ δεν μου είπατε το όνομα σας κε …” του είπα όταν ένιωσα ένα φρέσκο αεράκι να μου χαϊδεύει το πρόσωπο και στεκόμενος στην άκρη ενός υψώματος κοίταξα προς τα κάτω την πόλη των ονείρων μου. 

“Το καλοσώρισμα το δικό μου κε μου είπε είναι το όνομα μου και επιτέλους τώρα μπορώ να σας συστηθώ. Εγώ είμαι ο κος Φόγκ ο φύλακας αυτής της υπέροχης πόλης. Χαίρομαι που με εμπιστευτήκατε και ιδού” παρέτεινε το χέρι του παρουσιάζοντας μου την απίθανη ομορφιά σαν να του ανήκε ολοκληρωτικά.

Η φαντασμαγορική πόλη ξεδίπλωσε τα φτερά της απλώνοντας τα καλή της από άκρη σε άκρη του ορίζοντα σαν να ήταν κυρίαρχη του κόσμου που ανήκε ανήκε και αυτό που μπορώ να περιγράψω είναι ότι δεν είχα ξαναδεί τέτοιο μεγαλείο ομορφιάς. Ένα θέαμα που το μάτι δεν χόρταινε και ο νους δεν μπορούσε να καταχωρήσει τόσες πολλές όμορφες πληροφορίες. 

Για να σας δώσω να καταλάβετε η σύγκριση της ομορφιάς αυτής της πόλης που αντίκριζα από μακρυά έμοιαζε με κάποιο όμορφο σονέτο επενδυμένο από την πιο γλυκιά μελωδία που με καλούσε συνειρμικά. Από μακρυά έβλεπα τους χρυσούς τρούλους που χτυπούσαν χαρμόσυνα φανερώνοντας της τεράστιες καμπάνες στο εσωτερικό τους. Εκείνες χτυπούσαν χαρμόσυνα σαν να γινόταν κάποιος γάμος. Κατεβαίναμε από το ύψωμα που βρισκόμασταν και μπαίναμε στα περίχωρα της όμορφης πόλης και μυρωδιές από τα ψητά και φρέσκα αλεύρια κατέκλυζαν τους δρόμους της. Καθώς περνούσαμε από τα σοκάκια και προχωρούσαμε όλο και πιο πολύ προς στο εσωτερικό της πόλης οι κάτοικοι της βρισκόντουσαν στα σοκάκια της γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με γέλια και χαρές.  

Ο αέρας ήταν γεμάτος από οξυγόνο σε αντίθεση με εκείνον που ζούσα, τόσο που ένιωθα να αλλάζει και το μυαλό μου διαμορφώνοντας κάτι καινούργιο μέσα μου. Να καθαρίζει από σκοτούρες, να νιώθει χαρούμενο. 

“Πόσο ευγνώμων νιώθω” είπα που σας εμπιστεύτηκα κε…Φόγκ δεν είπατε ή κάνω λάθος;” 

Εκείνος ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου μου έκλεισε το μάτι του και καθώς πρόσεξα την γαλάζια κόρη του παρατήρησα πως δεν είχε σχέση με τον ρακένδυτο τύπο που είχα γνωρίσει πιο πρίν και πως ήταν και αυτός εναρμονισμένος με την πόλη από την οποία προερχόταν. Δεν ήταν πια εκείνος που απέφευγαν όλοι και προσπερνούσαν χωρίς την παραμικρή αίσθηση για αγάπη προς ένα συνάνθρωπο τους.

“Παρατήρησα κάτι και ήθελα να σας το πώ” του είπα, “νομίζω πως κατα κάποιο περίεργο τρόπο αυτή η πόλη μοιάζει με εκείνη που προερχόμαστε, κάνω λάθος του είπα ;” 

Ο κος Φόγκ χαμογέλασε και απάντησε με την όμορφη πλέον “πριγκιπική φωνή” του πως δεν έκανα λάθος και πως κάποτε η χώρα από όπου προήλθαμε υπήρχε και ότι αυτό που βλέπαμε τώρα ήταν το μέλλον και όχι κάποιο όνειρο από το οποίο θα ξυπνούσα. 

“Φοβάμαι πως πρέπει να σας εκμυστηρευτώ κε ότι δεν μπορείτε να γυρίσετε πίσω πια. Ότι ο κόσμος σας χάθηκε και αυτό το χρωστάει στις συνθήκες τις οποίες υπήρξε”. 

Έντρομος τον άκουγα καθώς δεν πίστευα στα αυτιά μου πως ο κόσμος μου υπήρξε τόσο άσχημος και πως αυτή η απαλλοτρίωση προχώρησε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Μου είπε επίσης πως όση ώρα βρισκόμασταν στον νέο τόπο ο χρόνος για την πόλη που είχαμε αφήσει πίσω μας περνούσε πολύ πιο γρήγορα. Χανόταν πολύ πίσω στο παρελθόν. 

“Μα κε Φόγκ αν αυτό έγινε σε εκείνη την πόλη και η διάβρωση των ηθικών αξιών επηρέασε τους πάντες το ίδιο μπορεί να γίνει και σε αυτή την όμορφη πόλη. Έτσι δεν είναι;” 

“Ακριβώς μου είπε κε… και επειδή σας λέω κύριε χωρίς το όνομα σας, θέλω να σας αναφέρω πως αποφάσισα επιτέλους να σας κάνω κυρίαρχο του θαύματος αυτού, αυτής της υπέροχης πόλεως που βρισκόμαστε. Θα ήταν νομίζω τιμή όλων των πολιτών να σας δεχτούν σαν ένα ευεργέτη των καλών αξιών και δάσκαλο των όμορφων αρχών που διέπουν μια σωστή κοινωνία. Ένα καθρέφτισμα του υπέροχου εαυτού σας. Νομίζω πως θα ήταν καταπληκτικό. Τι λέτε;” 

“Με τιμάτε αλλά ξέρετε έχω αμφιβολίες, ποιός είμαι εγώ για να αναλάβω τέτοιο βαρύ καθήκον ; Κανένας δεν μου είχε κάνει αυτή την τιμή ποτέ ξέρετε”. 

“Για αυτόν το λόγο σας πρότεινα και από ότι έμαθα είναι όλοι οι πολίτες ήδη σύμφωνοι. Έχουν ήδη ψηφίσει”. 

“Μα πώς γίνεται αυτό ; πότε ; τόσο γρήγορα;”

“Εδώ λειτουργούμε όλοι σαν ένας και η κοινωνία είναι αλλαγμένη και πολύ διαφορετική από εκείνη που ξέρατε…”

“Κάτι κατάλαβα κε Φόγκ, από την στιγμή που ήρθα η αλήθεια είναι πως ένιωσα μια αλλαγή στο μυαλό μου αναπνέοντας την καθαρότητα του οξυγόνου σας και οι πολίτες όλοι τους τόσο πρόσχαροι και ευτυχισμένοι”.

“Θα καταλάβετε σιγά σιγά αν επιλέξετε να μείνετε μόνιμος κάτοικος. Είστε πάντως σε καλό δρόμο. Τι λέτε δέχεστε ; Άλλωστε ερχόμενος εδώ πρέπει να σας δώσω ένα τίτλο και μαζί του ίσως και ένα νέο όνομα, μια υπόσταση να υπάρχετε”. 

Σκέφτηκα και προσπάθησα να θυμηθώ από που προερχόμουν να σκεφτώ κατα πόσο ήταν δυνατό να “ηγηθώ” εκείνης της πανέμορφης πόλης. Πόσο άξιος ήμουν εγώ ώστε να ορίσω τις νέες ηθικές αξίες το τί είναι σωστό και πώς μπορούσα να πω στους ανθρώπους πως ο καθένας μπορεί να κινούνταν και εκτός του συνόλου, μόνος του όπως συνήθιζε να προστάζει το μέρος από όπου είχα προέλθει. Σκεφτόμουν πως αυτό θα άρχιζε να δημιουργεί αντιξοότητες και αδικίες καθώς πως είναι δυνατόν μέσα του ο καθένας να έχει το ίδιο ποσοστό ευθύνης και κρίσης προς τον άλλο ; 

Ο κός Φόγκ διάβασε τη σκέψη μου απαντώντας στο σκεπτικό μου με το παράδειγμα το δικό μας. Ότι εγώ και μόνο εγώ πήρα την ολοκληρωτική ευθύνη να ακολουθήσω εκείνον τον άνθρωπο που φάνταζε σαν ρακένδυτος και τρελός ως τα πέρατα της γης.

“Κε Φόγκ είστε τόσο ακριβής και πειστικός και φαίνεται πως η κάθε σας κίνηση δεν ήταν τυχαία. Με πείσατε για μια ακόμα φορά του είπα παρατείνοντας του το χέρι.

Είναι τιμή μου είπε και σε μια αμοιβαία κίνηση του χεριού και της καρδιάς του μου έσφιξε το χέρι δυνατά. 

“Επιτέλους μου είπε σας ονομάζω με τον μοναδικό τίτλο της κυριότητας της “ιδιοσυγκρασίας του εαυτού”. Ενός προσώπου που πλέον δεν ανήκει στο πρόσωπο του αλλά στο σύνολο της πόλεως μας. Και η πόλη αυτή είναι μια πόλη που πηγάζει μόνο χαρά και ευτυχία. Μαζί με την προσθήκη του ευγενούς προσώπου σας θα ολοκληρωθεί με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό της ηθικής. Τελειώνοντας θέλω να σας πώ πως δεν σας ανήκει τίποτα παρά μόνο ο τίτλος του απόλυτου ρυθμιστή της όμορφης πόλης μας. 

Τα λόγια του αυτά ηχούσαν στο μυαλό μου μέχρι να με οδηγήσει στο δωμάτιο μου επάνω σε έναν από τους ψηλούς χρυσούς πύργους που όριζαν το κέντρο της πόλης. Νυσταγμένος κατάφερα να ρίξω μια τελευταία ματιά στην ονειρική εκείνη πόλη που τώρα έβλεπα από ψηλά και όπως τα φώτα της χανόντουσαν στον νου μου τόσο η νύχτα με σκέπαζε με το πέπλο της. 

Στον ύπνο μου προσπάθησα να θυμηθώ το όνομα που είχα πριν έρθω σε αυτό το μέρος μα δεν τα κατάφερα. Στο όνειρο μου με επισκέφτηκε κάποιος που δεν ανήκε στην όμορφη αυτή πόλη καθώς ήταν βρώμικος και ρακένδυτος και εγώ του έλεγα “πως ήταν δυνατόν εσύ να έρχεσαι εδώ σε αυτόν τον τόπο να τον μολύνεις ; Εσύ δεν ανήκεις εδώ”.  

Εκείνος δυστυχώς μου απάντησε.

Εγώ είμαι εσύ, δεν το κατάλαβες ; 

Τότε ξύπνησα παραμιλώντας, φωνάζοντας το όνομα μου στο σκοτάδι. Η πόλη σκέφτηκα κλαίγοντας, είχε φύγει από κάθε πτυχή του νου μου έχοντας απαρνηθεί το όνομα μου. 

Φόγκ με λένε και περπάτησα μόνος στην πόλη μέχρι να βρω κάποιον να με καταλάβει, να έρθει μαζί μου να του πω γιατί απέτυχα. Να του δείξω την κρυμμένη πόλη πόσο όμορφη ήταν. Να του πώ πως το όνομα μου ήταν Φόγκ και πως κάποτε ήμουν η ευτυχία του εαυτού μου. 

Αυτή η υπέροχη πόλη.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Νέα λογοτεχνική δράση της λογοτεχνικής ιστοσελίδας Literary Loom

Έρχεται το νέο βιβλίο της Μαριλένας Ξυψιτή

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης: Γιορτάζοντας την Παγκόσμια Γλώσσα της Ψυχής