Διήγημα από το λογοτεχνικό διαγωνισμό του Ιανουαρίου


 

«Η αναζήτηση ενός εξαφανισμένου αρχαιολογικού θησαυρού»


[Συγγραφή: Δέσποινα Τζιάκη]



Βήματα άκουγα και κλάματα, λυγμούς! Βήματα πολλά, περπατούσαν με ρυθμό, βάδιζαν σ' ένα δρόμο! Πήγαιναν μαζί, ο ένας πίσω από τον άλλο! Τι περίεργη συνάθροιση η σημερινή! Όλα αυτά για μένα ήταν πρωτόγνωρα! Εκείνη τη στιγμή δεν καταλάβαινα, χρειάστηκε καιρός να τα βάλω όλα αυτά σε μια σειρά! Χέρια απαλά με κρατούσαν κι ακολουθούσα τη νεκρή κόρη, μέρος κι εγώ της νεκρικής πομπής. Συνόδευα το άτυχο νεανικό κορμί της στον τάφο και θα έμενα μαζί της για πάντα... έτσι τουλάχιστον πίστευαν. 

Δεν το 'χα φανταστεί πώς τόσο γρήγορα θα επέστρεφα στη μάνα γη, εκεί απ' όπου γεννήθηκα! Με πήρε πάλι πίσω, κοντά της στη σκοτεινιά! Κι ότι είχα αρχίζει να χαίρομαι τις χαρές της ζωής, τα γέλια, τις κουβέντες τις γυναικείες και τα τραγούδια τους! 

Ας ξεκινήσω από την αρχή, τότε που θυμάμαι .... ήμουν χώμα. Ήμουν γη! Χώμα σ' αυτό τον ευλογημένο τόπο, στο νησί της Κρήτης! Χώμα για να βλαστήσουν φυτά, χώμα για να τρυπώσουν οι γεωσκώληκες! Μα κάποια στιγμή ήρθαν χέρια ανθρώπινα, χέρια τεχνίτη και μ' έφεραν στο εργαστήρι. Χέρια που μ' έπλασαν και μου δωσαν μορφή! Εκεί στο ξακουστό κεραμικό εργαστήρι της Κυδωνίας έγινα πήλινο σκεύος, μια πυξίδα που σκέπαζε με καπάκι για να αποθηκεύουν οι κόρες τα πολύτιμα τους κοσμήματα ή ό,τι χρειάζονταν για τον καλλωπισμό τους. Με πώμα και με τέσσερις λαβές για να μεταφέρομαι εύκολα! Ναι ήμουν ένα χρήσιμο σκεύος, ένα ιδιαίτερο αγγείο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν ήμουν ποτέ ένα απλό χρηστικό σκεύος. Ο τεχνίτης μ' έπλασε κι ύστερα με στόλισε, έφτιαξε πάνω μου εικόνες, ζωγραφιές περίτεχνες! Κι ήταν η διακόσμιση μου ξεχωριστή, με πουλιά, κλαδιά, γραμμές κυματιστές και σύμβολα πάνω στο πορτοκαλοκόκκινο σώμα μου. Μα πιο ξεχωριστή ήταν η ανθρώπινη μορφή που κρατούσε το όργανο με τις επτά χορδές. Ένας άντρας που κρατούσε το μουσικό όργανο, την κιθάρα! Κι έτσι έμελε να με κάνει άξιο θαυμασμού και να με αναγνωρίζουν όλοι σαν την πυξίδα του κιθαδωρού! Και τώρα εσύ πατάς ένα κουμπί και κάνεις μια αναζήτηση και βρίσκομαι μπροστά σου στην οθόνη του υπολογιστή σου, στην οθόνη του κινητού σου.

Κι αν θες να με δεις από κοντά; Ναι κι αυτό μπορείς, πίσω από το τζάμι της προθήκης στο αρχαιολογικό μουσείο στα Χανιά. 

Αυτά τώρα ... μα για φαντάσου πόσα χρόνια... χρόνια όχι, όχι θα λέω καλύτερα καιρός γιατί εγώ χρόνια δεν ξέρω να λογαριάζω! Όχι τουλάχιστον όπως τα λογαριάζετε εσείς οι άνθρωποι, θα τα λέω καιρό... κομμάτια χρόνου δηλαδή! Πριν καιρό λοιπόν έμεινα κρυμμένο μέσα στη γη, περιμένοντας χωρίς να ξέρω αν και ποτέ θα ξαναδώ το φως, αν ποτέ θα με ξανακοιτάξουν μάτια ανθρώπινα! 

Έπεσε σιωπή και σκοτάδι... βαριά σιωπή, βαθύ σκοτάδι κι εγώ εκεί για καιρό πολύ κρατούσα συντροφιά στην κόρη που δεν είχε πια ζωή! Δεν είχε μάτια ζωηρά να με κοιτάζουν, χέρια ζωντανά να μ' αγκαλιάζουν. Χωρίς να ξέρω αν είναι κρύο ή ζέστη, παγωνιά ή καύσωνας... μόνο σιωπή και σκοτάδι! Αναπολούσα τις μέρες και τις νύχτες που πέρασα κοντά της. Τότε που τα λεπτά, απαλά της δάχτυλα άνοιγαν το πώμα μου με προσοχή κι έπαιρναν το περίτεχνο περιδέραιο από μέσα! Κι ύστερα με την ίδια προσοχή το ακουμπούσε μέσα μου, να το φυλάξω, να το προστατεύσω. Και κάθε φορά άφηνε το βλέμμα της να ξαποστάσει  πάνω στις εικόνες που με στόλιζαν, με κοιτούσε και ταξίδευε, με σοβαρότητα, με ευλάβεια! Ο χιτώνας της ανέμιζε καθώς προχωρούσε με βήματα σταθερά να φτάσει στην κάμαρά της για να συνεχίσει τη δουλειά της! Θυμάμαι τον ήχο από τον αργαλειό της που έμπλεκε με το τραγούδι της όταν ύφαινε το πανί με το φως του ήλιου κι άλλες φορές με το φως του λύχνου. Κι η φωνή της ...γλυκιά, μελωδική! Τότε που προσπαθούσε με τέχνη να αντιγράψει όλες τις δικές μου παραστάσεις και να τις στολίσει στο πανί. Τον πέλεκυ το διπλό, τα κλαδιά με τα πουλιά κι εκείνο τον μουσικό με την επτάχορδη κιθάρα, τον κιθαρωδό! Και τώρα τι; Κρατούσα πάλι το πολύτιμο της περιδέραιο μέσα μου, γιατί άραγε; Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θα το χρειαζόταν! Κανείς δεν το άγγιζε πια, κανένα λαιμό δε στόλιζε! Μέχρι που ούτε αυτό κατάφερα.. το καπάκι μου κάποια στιγμή άνοιξε κι εκείνο μετακινήθηκε, λες κι ελευθερώθηκε... κι εγώ απόμεινα αδειανό! Το περιδέρειο δεν το ξαναείδα! Άραγε ήμουν άχρηστο τώρα πια; Πέρασε πάλι καιρός και έγιναν πολλά.... κι έτσι έφτασα να αποχωριστώ και κείνη την κόρη, ό,τι δηλαδή είχε απομείνει! Τη συντρόφευσα καιρό, επάνω στη γη και κάτω από τη γη. Ήμουν εκεί κι ένιωθα τη δική της πορεία στη ζωή και στο θάνατο. Μα τα πάντα αλλάζουν! Η γη είναι με το δικό της τρόπο ζωντανή και έγιναν μεγάλες αλλαγές εκεί κάτω! Ηφαιστειακές εκρήξεις, σεισμοί, κατολισθήσεις. Κι εγώ βρέθηκα αλλού, μακριά από την κόρη!

 _Μέχρι εδώ ήταν η κοινή μας “ζωή” σκέφτηκα! Μα πάλι ποιος ξέρει; 

 Μετά ένιωθα γύρω μου να με στριμώχνουν και να με απειλούν πέτρες και ρίζες που ήθελαν να με φτάσουν, να με αγκαλιάσουν, να με γραπώσουν. Μα όχι δεν την ήθελα τη σφιχτή αγκαλιά τους! Ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου κάποιος να με προστατεύσει, να αντέξω στον καιρό, να βγω ξανά στο φως του ήλιου, να ακούσω από κοντά το κελάηδισμα των πουλιών, τα γέλια των παιδιών. Και ευτυχώς... μικρές πετρούλες μαζεύτηκαν γύρω μου και έμοιαζαν να είναι η σωτηρία μου. Αυτός ο πέτρινος φράχτης ήταν που εμπόδισε τις ρίζες να με στραγκαλίσουν, αυτός άφησε τα υπόγεια νερά να περάσουν δίπλα μου χωρίς ορμή, μόνο για να με δροσίσουν. Χώμα, πέτρες, νερό... μια ολόκληρη πολιτεία γύρω μου! Το ένα πετραδάκι δίπλα στο άλλο άφηναν χώρο ικανό για το πέρασμα του νερού. Κι έτσι ερχόταν το νερό της βροχής και ο ανεπαίσθητος ήχος του έφερνε τα νέα του πάνω κόσμου, τα χρώματα του ουράνιου τόξου, τη μυρωδιά των λουλουδιών. Έτσι σα να κατασκόπευα τη ζωή... και τότε ξυπνούσαν οι αναμνήσεις. Καθώς κυλούσε το νερό μου θύμιζε τα δάκρυα της κόρης τότε που με κρατούσε στα χέρια της κι άνοιγε το καπάκι και έβαζε με προσοχή τα κοσμήματα και πάλι το έκλεινε με χάρη. Και περνούσε ο καιρός κι έμαθα να συνυπάρχω με τους βολβούς και να μετρώ το χρόνο με το δικό τους το ρυθμό. Φούσκωναν και έστελναν τις φύτρες τους να τρυπήσουν τη γη και να βλαστήσουν, να φέρουν αρώματα και χρώματα. Μα εγώ τα χρώματα δεν τα έβλεπα, τ' αρώματα δεν τα ένοιωθα. Μόνο μπορούσα να τα μαντέψω, να τα φανταστώ. Κι έρχονταν πάλι οι αναμνήσεις και μου έχτιζαν όνειρα μέσα στη φυλακή μου! Νοσταλγούσα τον κόσμο έξω, τη ζωή πάνω στη γη! Περνούσε ο καιρός κι έμοιαζαν τώρα οι βολβοί να κοιμούνται, να ξεκουράζονται μέχρι να ξαναφουσκώσουν και να συνεχίσουν το δικό τους κύκλο ζωής. Κι αυτό έγινε πολλές φορές κι εκεί που είχα αρχίσει να καταλαβαίνω αυτή τη ροή του χρόνου ήρθε και με μπέρδεψε η προνύμφη! Τότε που μια προνύμφη τζιτζικιού με διάλεξε για σπιτικό της! Έμεινε μαζί μου για καιρό, οι βολβοί φούσκωναν και ξεφούσκωναν ξανά και ξανά. Πόσο άραγε έμεινε κοντά μου; Λίγο ή πολύ; Ποιος ξέρει, αλλιώς μετρά το χρόνο ο καθένας μας! Κι ήρθε η στιγμή ν' ανέβει στη γη, να μεταμορφωθεί, να ελευθερωθεί και να γευτεί τη ζωή, τον ήλιο, τη ζέστη, τον έρωτα! Κι έμεινα εγώ ξανά αδειανό περιμένοντας αυτό το κάτι που θα με ανακαλύψει, θα με βρει για να με βγάλει κι εμένα στην επιφάνεια ξανά! 

Μα περνούσε ο καιρός και η μοναξιά μου μεγάλωνε όπως μεγάλωνε και η νοσταλγία μου για το φως! Το παγωμένο νερό που κυλούσε δίπλα μου μουρμούριζε τα νέα απ' τα βουνά! Έλιωναν τα χιόνια κι έφερναν τα νέα της Μαδάρας. Το ταξίδι τους ήταν μακρινό κι είχαν να λένε για όλα αυτά που συνέβαιναν στον ουρανό και στη γη. Για τα κύματα της θάλασσας που χτυπούσαν μανιασμένα τις ακτές του νησιού και εγώ άκουγα με αγωνία κι ήταν σα να γευόμουν την αλμύρα τους! Κι όσο περνούσε ο καιρός ένιωθα ότι είμαι όλο και πιο κοντά τους! Κοντά στα κύματα, δίπλα στα νερά ενός ποταμού που κυλούν κι αγκαλιάζουν τη θάλασσα γιατί αυτός είναι ο δρόμος τους, δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω ακόμα κι αν το μετάνοιωσαν. Είναι η πορεία τους, ο δρόμος τους.... Δρόμος! Αυτή η λέξη ηχεί περίεργα μέσα μου, μου προκαλέι ένα φτερούγισμα χαράς! Μα είπαμε η γη είναι ζωντανή, άλλαζε πάλι! Ήχοι περίεργοι και τρεμούλιασμα ένα γύρω! Ένοιωθα μια απειλή, που πλησίαζε όλο και περισσότερο. Μια ανατριχίλα μου έφερε η σκέψη ότι μπορεί σύντομα να γινόμουν κομμάτια και θρύψαλα; Έφτανε άραγε το τέλος μου σαν αγγείο; Μια απροσδιόριστη ανησυχία με πλημμύρισε! Και το φτερούγισμα χαράς εκεί κι αυτό... μάχονταν με την ανησυχία της καταστροφής! Ο δρόμος φαίνεται πως ήταν μακρύς κι ο φόβος μου μεγάλωνε... κάτι έμοιαζε να έρχεται όλο και πιο κοντά μου... άραγε για καλό ή για καλό; Χόρευε η γη κι όλα άλλαζαν, ήχοι δυνατοί,άγριοι! Και το αλμυρό νερό ακόμα που κυλούσε γύρω μου άλλαξε! Ναι, δεν είχε εκείνη την αλμύρα της θάλασσας μα ήταν η αλμύρα του ανθρώπινου ιδρώτα! Η αγωνία μου μεγάλωνε και κάποια στιγμή ένιωσα χέρια να με κρατάνε και να με βγάζουν από τη σκοτεινιά! Το φως έπεσε πάνω μου περνώντας μέσα από το λεπτό στρώμα γης που είχα κολλημένο γύρω μου! Σα ν' άνοιξαν οι ουρανοί και μέθυσα από το φως του ήλιου! Λίγο λίγο έπεφτε το χώμα κι εγώ έδειχνα δείγματα ότι λίγο πιο μέσα θα το έβλεπαν το πορτοκαλοκόκκινο σώμα μου! Αυτή ήταν η στιγμή που τόσο καιρό ονειρευόμουν! Μα... ήταν αυτό που ήθελα; Φοβήθηκα κι ευχήθηκα μεμιάς να ξαναχωθώ εκεί μέσα στη γη, στη μοναξιά, στη σκοτεινιά μου! Το φως με τύφλωνε, είχα ξεμάθει και παρακαλούσα το σύννεφο να με προστατεύσει! Είχα ξεμάθει και το άγγιγμα των χεριών, δε θυμόμουν την αίσθηση τους. Αλλιώτικες ήταν οι μνήμες... εκείνα τα χέρια τότε ήταν τρυφερά, απαλά, τώρα μου φάνηκαν τραχιά, άτσαλα.. ποιος ξέρει... ο καιρός όλα τ' αλλάζει!

Ύστερα ήρθαν τα βλέμματα! Βλέμματα έκπληξης, απορίας, ενθουσιασμού! Κι άλλα μάτια, κι άλλα χέρια με περίμεναν στη νέα μου ζωή. Κι όλα γίνονταν πια με περίσσια προσοχή! Με προσοχή με μετακινούσαν και με προσοχή όλοι κοιτούσαν το σχήμα μου και τις ζωγραφιές μου. Ναι εκεί έμειναν όλα να με στολίζουν... τα κλαδιά με τα πουλιά, οι γραμμές οι κυματιστές, ο διπλός πέλεκυς και τ' άλλα σύμβολα. Κι ο άντρας με την κιθάρα! Ναι εγώ είμαι η περίφημη πυξίδα του κιθαρωδού, ο αρχαιολογικός θησαυρός που εμφανίστηκα ξανά μπροστά σας! Χόρτασα από βλέμματα που με κοιτάζουν και με περιεργάζονται με θαυμασμό! Μόνα τα χέρια μου έλειψαν πάλι! Είμαι πίσω από τη γυάλινη βιτρίνα και σας περιμένω να συναντήσω και τις δικές σας ματιές, τα δικά σας βλέμματα! Κι όσα για τα αγγίγματα... ποιος ξέρει ίσως σε μια άλλη ζωή! 


(Αναφέρεται στο έκθεμα “η πυξίδα του κιθαρωδού” που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων. Βρέθηκε σε θαλαμωτό τάφο στην περιοχή του ποταμού Κοιλιάρη στο Καλάμι Χανίων κατά τη διάνοιξη δρόμου.)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Νέα λογοτεχνική δράση της λογοτεχνικής ιστοσελίδας Literary Loom

Έρχεται το νέο βιβλίο της Μαριλένας Ξυψιτή

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης: Γιορτάζοντας την Παγκόσμια Γλώσσα της Ψυχής